Guinness World Records 2010: Gamer’s Edition
Τετάρτη 03 ΦΕΒ 2010Ένα από τα πράγματα που έμαθα κατά το τετράμηνο που διαμένω στη Γηραιά Αλβιόνα, είναι πως υπάρχουν και άλλες μάρκες πλην των Amstel, Heineken και λοιπόν κρύων (;) κατουρόζουμων που μας σερβίρουν στην χώρα μας ως μπύρες. Να είναι καλά οι συμπαίκτες μου που με κερνάνε μετά από κάθε νίκη μας –που ευτυχώς είναι πολλές- (“αθλητική” ζωή, πάνω από όλα!) γιατί αν περίμενα από τον Κηπουρόπετρο θα την έβγαζα με… γάλα light και σόδα! Έτσι, κατόρθωσα να βγάλω και ένα απωθημένο που κουβάλαγα χρόνια: Να δοκιμάσω για πρώτη φορά (και για δεύτερη… και τρίτη… και 1315η…) την πιο διάσημη μπύρα που δεν είχα πιει μέχρι τώρα. Ο λόγος φυσικά για τη θρυλική ιρλανδική Guinness, η οποία στους περισσότερους είναι γνωστή για το ομώνυμο βιβλίο των ρεκόρ, παρά για τη σκούρα, παχιά υφή της. Βέβαια, τώρα που το ξανασκέφτομαι, η πλειονότητα ούτε καν γνωρίζει τη σχέση μεταξύ των δυο και θεωρεί πως πρόκειται για απλή συνωνυμία.

Αν και προσωπικά ανέκαθεν με ιντριγκάριζαν τα απίστευτα κατορθώματα που παρουσίαζαν τα Ρεκόρ Γκίνες και δεν κρύβω ότι είχα ξεφυλλίσει αρκετές παλαιότερες εκδόσεις σε βιβλιοπωλεία (χωρίς όμως να μπω στον πειρασμό να αγοράσω ποτέ κανένα), η εν λόγω… ζυθοποιεία μπήκε στην καρδιά μου όταν το 2008 αποφάσισε να κυκλοφορήσει μια “δική μας” έκδοση. Προφανώς η απήχηση ήταν ικανοποιητική, αφού πλέον έχει εξελιχθεί σε ετήσιο θεσμό. Εννοείται φυσικά πως έχω στην κατοχή και τα τρία βιβλία που έχουν κυκλοφορήσει, με το φετινό να κάνει την εμφάνισή του στην ευρωπαϊκή αγορά την προπερασμένη βδομάδα (21 Ιανουαρίου για να είμαστε πιο ακριβείς).
Ήδη, πριν από μερικούς μήνες είχα παρουσιάσει την περσινή έκδοση και μάλιστα κάποιοι τυχεροί από εσάς ίσως να την ξεφυλλίσατε πρόσφατα αφού μοιράσαμε πέντε αντίτυπα ως έπαθλα του σχετικού διαγωνισμού (ελπίζουμε δηλαδή… μην σας τη μοιράσαμε τσάμπα!). Μπορεί να μην έχω αυτή τη στιγμή δίπλα μου τα δυο πρώτα βιβλία αφού τα άφησα στη μαμά-Πατρίδα, αλλά ξαναδιαβάζοντας το περσινό review, συνειδητοποιώ πως τα περισσότερα από όσα είχα αναφέρει τότε, τόσο τα θετικά όσο και τα αρνητικά, ισχύουν λίγο-πολύ και φέτος.

Έτσι, όπως ίσχυε και στα δυο προηγούμενα βιβλία, γίνεται εξαρχής κατανοητό ότι το Gamer’s Edition, έχει μια ελαφρώς διαφορετική δομή, αλλά και περιεχόμενο από τα άλλα μέλη της οικογένειας Guinness. Καταρχάς, σε αντίθεση με ό,τι ισχύει στα αυθεντικά Guinness, εδώ δεν παίζουν ρόλο αποκλειστικά αντικειμενικά αριθμητικά κριτήρια, αλλά και πιο υποκειμενικοί παράγοντες. Η τάση αυτή γίνεται ξεκάθαρη από τις πρώτες κιόλας σελίδες όπου γίνεται μια ανασκόπηση της χρονιάς που μας πέρασε, με την καταγραφή των σημαντικότερων ειδήσεων και την ανάδειξη, μεταξύ άλλων, των κορυφαίων παιχνιδιών ανά πλατφόρμα (παιδιά, όπως κι εμείς δεν πάμε να φτιάξουμε μπύρα-byteme έτσι και εσείς πρέπει να αφήσετε αυτές τις δουλειές σε εμάς… άντε τώρα!).
Από εκεί και πέρα, όπως και στις δυο προηγούμενες εκδόσεις, το μεγαλύτερο μέρος καταλαμβάνεται από αναρίθμητα δισέλιδα που αφιερώνονται σε κατηγοριοποιημένα “ρεκόρ”. Φέτος αλλάξανε τα ονόματα των sub-genres στα οποία έχουν χωριστεί οι τίτλοι, αλλά στην ουσία, τα παιχνίδια που αναφέρονται είναι στην πλειονότητά τους τα ίδια με πέρσι, απλώς έχει γίνει μια νέα ανακατανομή στις σελίδες (άλλαξε ο Ιρλανδός κι ήπιε την μπύρα του αλλιώς…).




γίνε μέλος για να σχολιάσεις