Prince of Persia Trilogy
Πέμπτη 16 ΔΕΚ 2010Η Sony μας καλόμαθε με τις δύο συλλογές που έχει κυκλοφορήσει μέχρι στιγμής για το PS3. Τα παιχνίδια των God of War Collection και The Sly Collection θύμιζαν σε πολλές περιπτώσεις τίτλους που αναπτύχθηκαν εξ’ αρχής για το PS3 και αυτό με έκανε να πιστεύω πως το ίδιο θα συνέβαινε και με το Prince of Persia Trilogy. Έλα που όμως η αντιμετώπιση του διασημότερου ίσως πρίγκιπα του gaming από πλευράς Ubisoft δεν είχε καμία σχέση με αυτό που περίμενα με αποτέλεσμα η προσγείωση στην πεζή πραγματικότητα να είναι κομματάκι… ανώμαλη. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα απ’ την αρχή.

Πρίγκηψ ο Α’, ο Β’ και ο Γ’
Το Prince of Persia Trilogy συμπεριλαμβάνει τα τρία παιχνίδια της σειράς που είχαν κυκλοφορήσει για τις κονσόλες της περασμένης γενιάς: το Sands of Time, το Warrior Within και το The Two Thrones. Η ιστορία περιστρέφεται γύρω από τον πρίγκιπα του τίτλου που κατά την διάρκεια μίας πολεμικής σύρραξης βρίσκει μία λεπίδα με μαγικές ιδιότητες, ο κάτοχος της οποίας έχει τη δυνατότητα να ελέγχει τον χρόνο. Δυστυχώς όμως, ο ήρωάς μας πέφτει στην παγίδα του κακού βεζίρη (καμία συγγένεια με τον Ιζνογκούντ) και απελευθερώνει εν αγνοία του τη μαγική άμμο του χρόνου η οποία μεταμορφώνει όλους τους κατοίκους της χώρας του σε φρικιαστικά τέρατα. Ο πρίγκιπας καλείται πλέον να αναστρέψει το κακό που ο ίδιος προκάλεσε, αλλά και να πάρει εκδίκηση από τον βεζίρη που τον ξεγέλασε μαζί με τη βοήθεια της Farah, της πριγκίπισσας της χώρας που κατέκτησε. Δεν θα επεκταθώ περισσότερο στην ιστορία των δύο τίτλων που ακολούθησαν το Sands of Time μιας και θα μου ήταν αδύνατο να αποφύγω τα spoilers για όσους δεν έτυχε να παίξουν τα τρία παιχνίδια στο παρελθόν, μπορώ όμως να αναφερθώ στην εξέλιξη που είχε τόσο ο χαρακτήρας όσο και η αισθητική της σειράς με κάθε sequel.
Βλέπετε, το πρώτο παιχνίδι είχε μια αρκετά πιο ανάλαφρη ατμόσφαιρα σε σχέση με τους διαδόχους του, η οποία πολλές φορές θύμιζε παραμύθι, κάτι που γινόταν ακόμα πιο έντονο χάρη στην αφήγηση των γεγονότων από τον ίδιο τον πρωταγωνιστή. Εξαιρετική ήταν και η αλληλεπίδραση μεταξύ του πρίγκιπα και της Farah, με τη σχέση τους να εξελίσσεται από αναγκαίο κακό σε αμοιβαία εμπιστοσύνη, φιλία και τέλος έρωτα. Το gameplay του παιχνιδιού ήταν κορυφαίο για την εποχή του, ενσωματώνοντας ίσως τους καλύτερους μηχανισμούς platforming που υπήρξαν ποτέ σε τρισδιάστατο παιχνίδι –επαναλαμβάνω, για την εποχή του. Ο πρωταγωνιστής μπορούσε να σκαρφαλώσει, να περπατήσει πάνω σε τοίχους και να πηδήξει πάνω από τεράστια χάσματα με μεγάλη ευκολία, και με μία φυσικότητα στις κινήσεις του που μέχρι τότε δεν είχαμε ξαναδεί, ενώ η μαγική λεπίδα που είχε στην κατοχή του, του επέτρεπε να γυρίσει τον χρόνο πίσω, κάτι που μεταφράζεται σε πολύ λιγότερες εκρήξεις οργής από μέρους του παίκτη μετά από έναν «φτηνό» θάνατο.

Βέβαια τα πιο πάνω δεν σημαίνουν πως το Sands of Time δεν είχε τα προβλήματά του. Οι μάχες ήταν μονοδιάστατες και μονότονες αφού υπήρχε βασικά μόλις ένα πλήκτρο επίθεσης, το οποίο μπορούσαμε να συνδυάσουμε με το άλμα για μερικές πιο περίτεχνες κινήσεις. Όπως και να ‘χει, δεν υπήρχε το απαραίτητο βάθος για να παραμείνουν οι αναμετρήσεις μας με τα διάφορα τέρατα ενδιαφέρουσες μέχρι τέλους. Επίσης το platforming στοιχείο, αν και καταπληκτικό, δεν άφηνε σχεδόν τίποτα στην φαντασία του παίκτη μιας και αυτός ελάχιστα μπορούσε να ξεστρατίσει από το μονοπάτι που του επέβαλλε το παιχνίδι, ενώ σχεδόν πάντα του έδειχνε πώς να ξεπεράσει κάποιο σημείο λίγο πριν το επισκεφτεί. Αυτά τα στοιχεία είναι τα όσα κατά κύριο λόγο επέκρινε τότε ο ειδικός Τύπος, και σε συνδυασμό με τις σχετικά χαμηλές πωλήσεις του, οδήγησαν τη Ubisoft σε δραστικές αλλαγές στο sequel.
Στο Warrior Within, η παραμυθένια ατμόσφαιρα πήγε περίπατο με την απαλή ανατολίτικη μουσική να έχει αντικατασταθεί από heavy metal κιθαριές και με τον πρίγκιπα πλέον να υιοθετεί ένα πολύ πιο σκληρό, gothic λουκ. Επίσης η βία ανέβηκε κατακόρυφα αφού πλέον ο πρωταγωνιστής δεν έχει πρόβλημα να διαμελίσει με όποιο τρόπο μπορείτε να φανταστείτε τους αντιπάλους του. Παρ’ όλα αυτά όμως, το σύστημα μάχης βελτιώθηκε κατά πολύ αφού ο ήρωας μπορεί να κρατά όπλα και στα δυο του χέρια, έχοντας στη διάθεσή του δεκάδες τρόπους για να ξεπαστρέψει τους εχθρούς του. Το platforming κομμάτι αν και δεν δέχτηκε δραστικές αλλαγές, έγινε πολύ πιο δύσκολο και χαοτικό μιας και πολλές φορές δεν είναι ξεκάθαρο το πού πρέπει να φτάσει ο παίκτης ή το πώς θα πλησιάσει εκεί. Ένα λάθος στρίψιμο αρκούσε για να χαθείτε εντελώς, ψάχνοντας με τις ώρες να βρείτε πού πήρατε λάθος στροφή. Η υπερβολική σοβαροφάνεια και η αυξημένη δυσκολία ήταν αυτά που στο τέλος έκαναν πολλούς να αναπολήσουν το Sands of Time, αν και προσωπικά ακόμη και σήμερα θεωρώ το δεύτερο μέρος ως το καλύτερο της τριλογίας.





γίνε μέλος για να σχολιάσεις