King’s Bounty: The Legend
Τετάρτη 24 ΣΕΠ 2008Πριν από περίπου είκοσι χρόνια και συγκεκριμένα το 1990, η New World Computing και ο Jon Van Caneghem (τρία ζήτω!) έριχναν στην αγορά ένα πρωτότυπο παιχνίδι που συνδύαζε RPG και strategy στοιχεία. Το King’s Bounty σημείωσε μεγάλη επιτυχία κυκλοφορώντας τελικά σε επτά πλατφόρμες (Amiga, Apple II, Commodore 64, Mac OS, MS-DOS, SEGA Mega Drive/Genesis και Windows) και αποτελώντας στην ουσία τη βάση για τη μετέπειτα κυρίαρχο στο genre σειρά των Heroes of Might & Magic. Εν έτει 2009 λοιπόν, η Katauri Interactive και η Atari αποφάσισαν να αναβιώσουν τον θρύλο λανσάροντας το sequel του αρχικού παιχνιδιού, King’s Bounty: The Legend, έναν τίτλο που παίρνοντας στοιχεία τόσο από το πρώτο King’s Bounty όσο και από τα Disciples και Heroes of Might & Magic καταφέρνει να προσφέρει μια μοναδική gameplay εμπειρία.

Σενάριο και βασικά mechanics
Μία βασική διαφορά του King’s Bounty: The Legend σε σχέση με άλλα tactical RPG που έχουν κυκλοφορήσει τα τελευταία χρόνια είναι πως εδώ δίνεται μεγαλύτερη έμφαση στο σενάριο του τίτλου και την εξέλιξή του. Ο παίκτης αναλαμβάνει τον ρόλο ενός νεόκοπου ιππότη και κυνηγού θησαυρών ο οποίος βρίσκεται υπό τις διαταγές του βασιλιά Mark the Wise. Η δουλειά του είναι να γυρνά στη γη του Darion καθαρίζοντάς τη από τις διαβολικές δυνάμεις που την επιβουλεύονται και φέρνοντας εις πέρας τις αποστολές που θα του ανατεθούν από τον βασιλιά και τους αμέτρητους NPC που θα συναντήσει στα ταξίδια του.
Για όσους έχουν ξαναπαίξει κάποιο tactical RPG, τα βασικά mechanics παραμένουν τα ίδια. Για εκείνους που έρχονται με το King’s Bounty: The Legend πρώτη φορά σε επαφή με το συγκεκριμένο είδος, να αναφέρουμε ότι αρχικά διαλέγετε την κλάση του χαρακτήρα σας από τις τρεις διαθέσιμες –warrior, paladin και mage. Από εκεί και πέρα, δεν ελέγχετε έναν ή μία ομάδα από adventurers αλλά έναν μικρό στρατό ο οποίος ξεκινά από τα πέντε units (που περισσότερο φέρνουν σε μικρά «τάγματα» παρά σε μονάδες) και αυξάνεται ανάλογα με το πόσο θα επενδύσετε στο σχετικό skill. Κυκλοφορείτε λοιπόν στον κεντρικό χάρτη του παιχνιδιού (ο οποίος πάντως θα σας δυσκολέψει αρκετά κατά την πλοήγησή σας, μετατρέποντας μια φαινομενικά εύκολη διαδικασία σε κάτι αρκετά μπελαλίδικο), ταξιδεύοντας από πόλη σε πόλη και προσφέροντας με το αζημίωτο τις υπηρεσίες σας σε όποιον τις έχει ανάγκη.

Στο διάβα σας φυσικά θα βρείτε ορδές αντιπάλων και αντίπαλων στρατευμάτων τα οποία μπορείτε είτε να αποφύγετε είτε να προκαλέσετε σε μονομαχία –βάζοντας πορεία κατά πάνω τους. Φυσικά πριν πάρετε την απόφασή σας έχετε τη δυνατότητα να ελέγξετε το πλήθος και τη δύναμη των εχθρών σας και να τα συγκρίνετε με τα μεγέθη του δικού σας στρατεύματος. Από τη στιγμή που εμπλακείτε σε μία μάχη το σκηνικό αλλάζει και από real time (τα πάντα στον χάρτη του Darion γίνονται σε πραγματικό χρόνο) μετατρέπεται σε turn-based. Οι μονάδες σας ή μάλλον οι διμοιρίες σας παίρνουν τις θέσεις τους στον χάρτη ο οποίος αποτελείται από πολλά μικρά εξάγωνα –φανταστείτε τον σαν σκακιέρα ή ακόμα καλύτερα σαν το battle grid του D&D- παρομοίως πράττουν και οι αντίπαλοι και η μάχη ξεκινά. Αν και με τον καιρό ο αριθμός των συμμετεχόντων στις μάχες θα αυξάνεται (λογικό άλλωστε), δε θα δημιουργηθεί σε καμία περίπτωση το αδιαχώρητο στον χάρτη κι αυτό συμβαίνει διότι το παιχνίδι εστιάζει στην τακτική και όχι το hack & slash.
Έτσι λοιπόν κατά τη διάρκεια των μαχών θα πρέπει να παρατηρείτε προσεκτικά τις κινήσεις των αντιπάλων σας και βάσει αυτών να καθορίζετε τη στρατηγική σας, προσέχοντας παράλληλα ποιος και πότε θα χρησιμοποιήσει τυχόν ειδικές ικανότητες και spells. Σημαντικό ρόλο όσον αφορά την έκβαση μίας σύγκρουσης παίζει η μορφολογία του εδάφους και ο τύπος του περιβάλλοντος χώρου όπου εξελίσσεται αυτή (ένα στενό πέρασμα για παράδειγμα θα ευνοήσει μικρούς στρατούς ενώ ένα ανοιχτό λιβάδι θα δώσει σημαντικό πλεονέκτημα στους τοξότες) ενώ σημαντικό δέλεαρ θα αποτελέσουν τα διάφορα μπαούλα με λογής-λογής «καλούδια» (αντικείμενα, spells, χρυσός κλπ) που θα βρείτε διάσπαρτα εδώ κι εκεί.



