blogs

Αραχνιασμένο game review: Deathtrap Dungeon

του Χάρη Κλάδη

Ήταν μια από αυτές τις μέρες. Ξέρεις τώρα, ξυπνάς το πρωί και ψάχνεις απεγνωσμένα για κάτι φαγώσιμο, αλλά που… Και το κακό είναι ότι δεν προλαβαίνεις κιόλας να ετοιμάσεις κάτι… Η λύση είναι μια. Ο φούρνος της γωνίας στέκει προκλητικός με τις μυρωδιές που φτάνουν μέχρι τα ρουθούνια σου και προκαλούν ευχάριστες παραισθήσεις… Τυρόπιτες, κουλουράκια, ζεστό φρέσκο ψωμί… Το στόμα αρχίζει να υγραίνεται καθώς ανοίγεις την εξώπορτα της πολυκατοικίας για να φτάσεις στον ονειρικό τόπο.

Ε, ποιός άφησε το σκυλάκι του χωρίς λουρί και φίμωτρο;

Φρίκη! 

Κραυγές αγωνίας χαλάνε την ειδυλλιακή στιγμή και οι ελπίδες για μια «ιδεολογική» μέρα συνοδευόμενη από κουλουράκια και φρέσκο γάλα χάνονται. Φρικιαστικά τέρατα στο δρόμο, έχουν πάρει στο κυνήγι τους αθώους περαστικούς. Ένα τεράστιο γουρούνι με πλοκάμια εκτινάσσει ένα λεωφορείο γεμάτο κόσμο πάνω σε μια πολυκατοικία και ένα κοπάδι πράσινοι Δράκοι κάνουν μπάρμπεκιου τους οδηγούς που συνωστίζονται στην Πατησίων. Πιο κάτω, δύο δεινόσαυροι κάνουν επιδρομή στο προαύλιο του Δημοτικού σχολείου ενώ οι αστυνομικοί που έσπευσαν να σώσουν την κατάσταση, μετατράπηκαν σε ζουμερά κοψίδια στα χέρια μερικών σαπισμένων ζόμπι. «Δε βαριέσαι», σκέφτηκα, «προβλέπεται ένα καυτό καλοκαίρι» και κατευθύνθηκα προς το φούρνο αγνοώντας το ζόμπι που μου έκανε άσεμνες και προκλητικές χειρονομίες.

Αμάν πια! Ολο μου πέφτει αυτό το πράγμα!

«Ε όχι, αυτό πάει πολύ», ούρλιαξα καθώς αντίκρισα τα απαίσια δαιμόνια που λεηλάτησαν και άδειασαν το φούρνο από οτιδήποτε φαγώσιμο! Με την καρδιά να χτυπάει σαν ταμπούρλο, έσκυψα στοργικά πάνω από τον ώμο της φουρνάρισσας που έκλαιγε με λυγμούς πάνω από το διαμελισμένο πτώμα του γιου της και τη ρώτησα «μήπως έχεις αλλατίνη»; (σ.σ. διαφημιστικό σλόγκαν ιδιαίτερα δημοφιλές προς τα τέλη της δεκαετίας του 90, που καθιερώθηκε τότε όπως τώρα συμβαίνει με τα «τυχαίο» και «σήμα καμπάνα»)

Η αρνητική απάντηση ράγισε την καρδιά μου. Τη θέση της συμπόνιας πήρε γρήγορα η οργή! «Αυτό δεν θα περάσει έτσι!», φώναξα και ο ουρανός άστραψε και ακούστηκαν σάλπιγγες, τρομπόνια και ψαλμωδίες αγγέλων. Το επικό σκηνικό (φύσηξε και βοριάς, δε σας το 'πα) διέκοψαν τα κλάματα μιας γριούλας που κατά την επιδρομή, τα ζόμπι της είχαν κόψει τα πόδια και τα χέρια και την είχαν αφήσει να πεθάνει από αιμορραγία. 

«Βοήθεια…» μου είπε με τρεμάμενη φωνή. 

Έβγαλα από την τσέπη μου ένα κατοστάρικο και της το έδωσα (σ.σ. δραχμές, έτσι;). Απομακρύνθηκα χαρούμενος και γεμάτος πίστη. Και στις χειρότερες στιγμές, υπάρχει χώρος για καλοσύνη…

Ανέβηκα στο σπίτι και άνοιξα το μπαούλο. Η πανοπλία και το τσεκούρι μου ήταν μέσα στη βρώμα (με τις μανάδες και τα πλυντήρια δεν έχω καλές σχέσεις γενικώς) - μπλιάχ, αλλά τι να κάνω. Τη φόρεσα και πήγα να κοιταχτώ στον καθρέπτη. «Φτού σου αγόρι μου» σκέφτηκα τινάζοντας με καμάρι το κεφάλι μου προς τα πίσω. Τα ατσάλινα χέρια μου (γουάου) έπιασαν το βαρύ τσεκούρι και το κρέμασαν στις θεόρατες πλάτες μου. Φόρεσα και τα αθλητικά μου και ξεκίνησα.

Το πλήθος ζητωκραύγαζε στο πέρασμα μου. Όσο πλησίαζα στο σκοτεινό κάστρο το στομάχι μου γουργούριζε περισσότερο. Οι φρουροί με είδαν και κατάλαβαν αμέσως τις προθέσεις μου. Με δύο δυνατά χτυπήματα αποχαιρέτησαν και οι δύο το μάταιο αυτό κόσμο. Τίποτα δεν μπορούσε να με σταματήσει. Πέρασα τα επόμενα 1315 λεπτά σφάζοντας τις στρατιές των ζόμπι και των τεράτων, αλλά δεν είχα βρει ακόμα τίποτα να φάω. Έφτασα στην αίθουσα του θρόνου και είδα τον Σατανικό Μάγο να κάθεται σταυροπόδι βλέποντας μουντιάλ. 

«Πόσο είναι», τον ρώτησα. 

«Μηδέν μηδέν» μου απάντησε. Στα χέρια του κρατούσε ένα μεγάλο μπολ με ποπκόρν. Τα μάτια μου άστραψαν και τα σάλια τρέξανε στο μισάνοιχτο στόμα. Με κοίταξε.

«Κάθισε», μου είπε, «σαν στο σπίτι σου». Το χέρι μου χώθηκε με βουλιμία στο αφράτο ποπκόρν και το βλέμμα στην οθόνη της τηλεόρασης. Καταλήξαμε να τα πίνουμε και να θυμόμαστε τα παλιά. Θυμηθήκαμε τις παλιές καλές εποχές του Dungeon Master και το πόσες φορές είχαμε έρθει σε σύγκρουση στο παρελθόν. Σε κάποια φάση ανακαλύψαμε ότι είχαμε και την ίδια γκόμενα.

Σιγά καλέ, θα μου σπάσεις τη σιλικόνη!

Έφυγα από το κάστρο με τις καλύτερες εντυπώσεις και με ένα φορτηγάκι προμήθειες. Μόνο που κάτι δεν μου πήγαινε καλά. Εντάξει, δηλαδή, εγώ τι είχα έρθει να κάνω εδώ πέρα; 

Αλλά δε βαριέσαι, αφού βρήκα τουλάχιστον φαΐ, όλα τα άλλα είναι δευτερεύοντα…

Ξύπνησα την άλλη μέρα και βρήκα να με περιμένει ένα πακέτο με παιχνίδια από το περιοδικό. Το άνοιξα και μεταξύ άλλων βρήκα μέσα και το Deathtrap Dungeon. To έβαλα βαριεστημένα για εγκατάσταση στον 200άρη ΜΜΧ με τα 32 ΜΒ μνήμη και την Monster 3D καρτούλα. Αν και όλα πήγαιναν μια χαρά (ταχύτητα, κίνηση) το περιβάλλον μου φάνηκε υπερβολικά γνώριμο. «Το έχω δει, το έχω ξανακάνει» σκέφτηκα. Ο βάρβαρος με την τετράγωνη φάτσα και μια ακόμα «Lara Croft-wannabe», οπλισμένοι με σπαθιά, έκαναν την εμφάνιση τους στην οθόνη. Ορδές από ζόμπια και τέρατα πέρασαν από την οθόνη με σκοπό να τους πετσοκόψουν, αλλά δεν τα κατάφεραν. Μπορεί το παιχνίδι να μην ήταν κάτι το απίστευτο, αλλά τουλάχιστον ήταν εύκολο. Γρήγορα το βαρέθηκα και το έστειλα πακέτο στο φίλο μου το Σατανικό Μάγο, μπας και του αρέσει. Ντύθηκα και ετοιμάστηκα να βγω. 

Φτάνοντας στο σταθμό του ηλεκτρικού έψαξα για κανένα κέρμα. Καμία τύχη. «Γαμώτο», σκέφτηκα, «δεν έπρεπε να δώσω εκείνο το κατοστάρικο στη γριούλα» και κατευθύνθηκα προς το γκισέ να χαλάσω πεντοχίλιαρο…

Χθες έφαγα φασολάδα, σήμερα αυτό φαίνεται (μυρίζει) από μίλια μακρυά!

Τιν'Τουτ + Συμπέρασμα

//Το review αυτό για το παιχνίδι Deathtrap Dungeon της Eidos γράφτηκε ημέρες μουντιάλ 98 και δημοσιεύτηκε αρχικά σε ένα, θα έλεγα «εναλλακτικό» περιοδικό για PC games με τίτλο «CD GamesPlay» το οποίο αποπειράθηκε να γίνει κάτι σαν νέο «USER» (ιεροσυλία ξεστόμισα, το ξέρω). Έβγαλε καμιά δεκαριά τεύχη – τόσα δεν ήταν ρε συ Νίκο; Το βρήκα κάνοντας backup σε παλιό δίσκο και το παραθέτω ελαφρώς αλλαγμένο (μία-δύο διορθώσεις, δύο σημειώσεις και ένας αριθμός που άλλαξε σε 1315 που είναι ο επίσημος του byteme :Ρ).

//Πως ήταν έτσι τα παιχνίδια ρε παιδιά τότε;
//Πως ήταν έτσι τα PC ρε παιδιά τότε;
//Τι γράφανε στα περιοδικά ρε παιδιά τότε;

2 σχόλια συνδέσου ή
γίνε μέλος για να σχολιάσεις
Sonic
19:43 06.07.10 Sonic Κρύβε λόγια
...

Dingo
13:13 12.07.10 Dingo Μπούχουχου!
Τι μου θύμισες τώρα!
Ήμουν φαν του συγκεκριμένου περιοδικού, είχα μάλιστα όλα τα τεύχη (ε καλά δεν ήταν και πολλά, 13 νομίζω)!

Αλήθεια πως τον έλεγαν αυτόν που έγραφε στις πρώτες σελίδες; Ζιζάνιο, κάτι τέτοιο, δε θυμάμαι καλα. Εκεί να δεις "Τι γράφανε στα περιοδικά ρε παιδιά τότε".. :P